95
sin. Βλέποσ. sight. Βλέμμα. the gaze. Βλέφαρον. eyelid. τοῦ βλέποντος φάρος. the light of the one who sees. η παρὰ τὸ ἐν τῷ βλέπειν αιρεσθαι. or from being lifted up in the act of seeing. Βληχρόν. feeble. τὸ ἀσθενές. the weak. ουτως Ομηρος καὶ ̓Αλκαῖος. thus Homer and Alcaeus. Πίνδαρος δὲ ἰσχυρὸν αὐτὸ λέγει. But Pindar says it is strong. Βληρόν. bait. τὸ δέλεαρ. the lure. Βλῆτρον. the joining. τὸ σύμβαλμα. the thing thrown together. Βλήτροισι. with things thrown, with things joined. τοῖς βεβλημένοις, τοῖς κεκολλημένοις. to the things thrown, to the things glued together. βλῶ, βλήσω, βλῆτρον. blô, blêsô, blêtron. Βλίαρ. fig leaf. φύλλον συκῆς. leaf of a fig tree. Βλίφυλλον. of fig leaves. σύκινον. fig-like. Βλίτηρι. a musical instrument. οργανον μουσικὸν φησὶν ̓Ιόβας. Iobas says a musical instrument. σκίνδαψον δὲ, μίμημα χορδῆς. but a skindapsos, an imitation of a string. beta.394 Βλύδιον. moist. ὑγρόν. wet. Βλωθρά. green; tender; or long and large. χλωρά· ἁπαλά· η μακρὰ καὶ μεγάλα. green; tender; or long and large. Βλίτον. a kind of vegetable. ειδος λαχάνου. a type of vegetable. τινὲς βλίττον γράφουσι. some write blitton. Βλακεύεται. he is enfeebled. μαλακίζεται. he is softened. Ξενοφῶν· ειτις αὐτῷ δοκοίη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν. Xenophon; if any of those assigned to this seemed to him to be shirking. Βλάπτω. I harm. βρῶ τὸ ἐσθίω· τοῦτο γίνεται βλῶ κατὰ τροπὴν τοῦ ˉρ εἰς ˉλ, καὶ κατὰ παραγωγὴν βλάπτω, ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν ἐσθιομένων καὶ μηκέτι ὑγιῶν οντων. brô, I eat; this becomes blô by the change of r to l, and by derivation blaptô, from a metaphor of things being eaten and no longer being healthy. Βλεμμεαίνων. exulting; being lifted up; or raging and being inspired. γαυριῶν· ἐπαιρόμενος· η μαργαίνων καὶ ἐνθουσιῶν. exulting; being lifted up; or raging and being inspired. παρὰ τὸ βρέμω βρεμαίνω, τροπῇ τοῦ ˉρ εἰς ˉλ καὶ πλεονασμῷ τοῦ ˉε. from bremô, bremainô, by change of r to l and with the addition of e. Βλείμην, βλεῖο. optative. εὐκτικόν. optative. Βλήμενοσ. just as outasmenos suffered a recession of the accent, so too blêmenos, from beblêmenos by syncope. ωσπερ καὶ τὸ οὐτάσμενος ἀναδρομὴν επαθε τοῦ τόνου, ουτω καὶ τὸ βλήμενος, ἐκ τοῦ βεβλημένος κατὰ συγκοπήν. just as outasmenos suffered a recession of the accent, so too blêmenos, from beblêmenos by syncope. Βλίσαι. to carry. βαστάσαι. to carry. Βλίττειν. to remove the honey from the honeycombs. τὸ ἀφαιρεῖν τὸ μέλι ἀπὸ τῶν κηρίων. the removal of honey from the honeycombs. Βλιμάζειν. to let honey drip. It is also to grope. ἀποστάζειν τοῦ μέλιτος. εστι δὲ καὶ τὸ ψηλαφᾷν. to let honey drip. it is also to grope. ως φησι Κράτης· ὡς μαλακὸν καὶ τέρεν τὸ χρωτίδιον, ω θεοὶ, καὶ ἐβλίμαζον αὐτήν. as Crates says; how soft and tender the little skin, o gods, and I was groping her. κυρίως δὲ βλιμάζειν τὸ τοῦ ὑπογαστρικοῦ καὶ τοῦ στήθους απτεσθαι, οπερ ποιοῦσιν οἱ τὰς ορνιθας ὠνούμενοι. but properly blimazein is to touch the lower abdomen and the breast, which those buying birds do. Βλιμάττομεν. we grope, we desire. ψηλαφῶμεν, ἐπιθυμοῦμεν. we grope, we desire. Βλῆσθαι. from blô, blêsô, beblêka, beblêmai, blêsthai, by removal of be. ἀπὸ τοῦ βλῶ, βλήσω, βέβληκα, βέβλημαι, βλῆσθαι, ἀφαιρέσει τῆς βˉε. from blô, blêsô, beblêka, beblêmai, blêsthai, by removal of be. beta.395 Βλώσκω. I grow. τὸ αυξω. I grow. παρὰ τὸ μολῶ γίνεται παράγωγον μολίσκω, ὡς γελῶ γελίσκω, καὶ γαμῶ γαμίσκω, καὶ μεταθέσει τοῦ ˉμ εἰς τὸ ˉβ βολίσκω, καὶ ἐν ὑπερθέσει βλοίσκω, καὶ κατὰ συγκοπὴν καὶ ἐκτάσει τοῦ ˉο εἰς ˉω βλώσκω. from molô is derived moliskô, as from gelô, geliskô, and from gamô, gamiskô, and by metathesis of m to b, boliskô, and by transposition, bloiskô, and by syncope and lengthening of o to ô, blôskô. ̓Ιστέον, οτι τὰ ἀπὸ μὲν τῆς πρώτης συζυγίας παραγόμενα διὰ τοῦ ˉιˉσˉκˉω γίνονται, οιον τελίσκω· τὰ δὲ ἀπὸ τοῦ ˉω διὰ τοῦ ˉαˉσˉκˉω, οιον γελάσκω. It is to be known, that verbs derived from the first conjugation are formed with -iskô, for example teliskô; but those from -ô with -askô, for example gelaskô. Βλέπετε. see, take heed. ἐπισκέψασθε, προσέχετε. consider, pay attention. ἀποστολικὴ ἡ λέξις· βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί-. The word is apostolic; see your calling, brothers-. Βλιμαίνειν. to be eager. τὸ στριγᾷν. to be eager. ( ̓Επίῤῥημα.) (Adverb.) Βλακικῶσ. in place of slowly. ἀντὶ τοῦ βραδέως. in place of slowly. ὡς βλακικῶς διακονεῖς. as in "how slowly you serve." Τὸ Β μετὰ τοῦ Ο. B with O. ( ̓Αρσενικόν.) (Masculine.) Βοηδρόμοσ. the helper. ὁ βοηθός. the helper. Βοηθόσ. from "to run to a cry." ἀπὸ τοῦ εἰς βοὴν θεῖν. from running to a cry. βοὴ γὰρ κυρίως ἡ μάχη, ὡς· -βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος. for boê properly means battle, as in; -Menelaus, good at the war-cry. η παρὰ τὸ βοὴν καὶ τὸ θόος, ὁ εἰς τὴν βοὴν θόος καὶ ταχύς. or from boên and thoos, he who is thoos and swift to the cry. Βόθροσ. ditch, pit. ορυγμα, λάκκος. a digging, a pit. παρὰ τὸ βάθος, βάθρος καὶ βόθρος. from bathos, bathros and bothros. Βόθυνοσ. a certain place specifically so called on the sacred way, which Isaeus and Callisthenes mention. and the ditch, and the pit, and the excavation. τόπος τὶς ἰδίως ουτω καλούμενος ἐν τῇ ἱερᾷ ὁδῷ, ου μνήμην ̓Ισαῖος καὶ Καλλισθένης ποιεῖται. καὶ ὁ βόθρος, καὶ ὁ λάκκος, καὶ τὸ ορυγμα. a certain place specifically so called on the sacred way, of which Isaeus and Callisthenes make mention. and the ditch, and the pit, and the excavation. ωσπερ παρὰ τὸ θρασὺς γίνεται θράσυνος, ουτως καὶ παρὰ τὸ βαθὺς βάθυνος καὶ βόθυνος. just as from thrasus comes thrasunos, so also from bathus comes bathunos and bothunos. beta.396 Βολεών. dunghill. κοπροθέσιον. a place for dung. Βόλιτος καὶ βόλβιτα. the dung. τὰ κόπρια. the dung. Βολβόσ. a kind of legume or also onion. bolbos the truffle. ειδος ὀσπρίου η καὶ κρομμύου. βολβὸς τὸ υδνον. a type of pulse or also of onion. bolbos the truffle. Βόλιμοσ. molimos and by interchange bolimos. μόλιμος καὶ κατ' ἐναλλαγὴν βόλιμος. molimos and by interchange bolimos. Βομβάλβιοσ. a flute player, playing. From the flute. αὐλητὴς, παίζων. παρὰ τὸν αὐλόν. a flute player, playing. From the flute. Βόμβοσ. the sound of bees. ὁ τῶν μελισσῶν ηχος. the sound of bees. Βόμβρυξ. a kind of worm. ειδος σκώληκος. a type of worm. Βομβυλιόσ. a kind of bee that fashions its honeycombs from clay. ειδος μελίσσης ἐκ πηλοῦ πλαττούσης τὰ κηρία. a type of bee that fashions its honeycombs from clay. Βοοβόρουσ. large obols. ὀβολοὺς μεγάλους. large obols. Βοονόμοσ. he who herds and pastures the oxen. ὁ τοὺς βοῦς νέμων καὶ βώσκων. he who herds and pastures the oxen. Βορβόροπιν. a garden. It also signifies the private part. κῆπον. σημαίνει καὶ τὸ μόριον. a garden. it also signifies the private part. Βορβορυγμόσ. the sound of rushing water, or a sound from the mouth of a camel. such a sound is a signal for the camels to kneel. ὁ ἐπιφερόμενος ηχος τοῦ υδατος, η ηχος ἐκ τοῦ στόματος τῆς καμήλου. σύνθημα δέ ἐστι ταῖς καμήλοις καθεζομέναις ὁ τοιοῦτος ηχος. the sound of rushing water, or a sound from the mouth of a camel. such a sound is a signal for camels when they are kneeling. Βοῤῥᾶσ. a cold wind. Some write it with one r. ανεμος ψυχρός. τινὲς δὲ εν ˉρ γράφουσι. a cold wind. some but write it with one r. Βορέασ. from baros, *and by change of a to o.* or from bora, which means food. For it is the cause of our food, making the fruits grow. παρὰ τὸ βάρος, *καὶ τροπῇ τοῦ ˉα εἰς ˉο.* η παρὰ τὸ βορὰ, ο σημαίνει τὴν τροφήν. βορᾶς γὰρ ἡμῖν αιτιος, αυξων τοὺς καρπούς. from baros, *and by change of a to o.* or from bora, which signifies food. for it is the cause of our food, making the fruits grow. Βόρβοροσ. from baros, barbaros, and by change of a to o, borboros, which is the waste of the stomach. For this, lying in the upper part, creates weight. or from bora, boros and borboros, the matter from food. παρὰ τὸ βάρος βάρβαρος, καὶ τροπῇ τοῦ ˉα εἰς ˉο βόρβορος, ο εστι τὸ περίττωμα τῆς γαστρός. τοῦτο γὰρ ἐν τῷ ανω κείμενον βάρος ἐμποιεῖ. η παρὰ τὸ βορὰ βορὸς καὶ βόρβορος, ἡ ἐκ τῆς τροφῆς υλη. from baros, barbaros, and by change of a to o, borboros, which is the waste of the stomach. for this lying in the upper part creates weight. or from bora, boros and borboros, the matter from food. Βόσποροσ. a city near the Hellespont, which Bochanos the Turk sacked in the reign of Emperor Justinian. as Phileas says, there are two Bosporoi; the one near the Propontis, and the Thracian. πόλις περὶ τὸν ̔Ελλήσποντον, ην ὁ Βωχάνος ὁ Τοῦρκος ἐπὶ ̓Ιουστινιανοῦ βασιλέως ἐπόρθησεν. ως φησι δὲ Φιλέας, δύο Βόσποροι εἰσίν· ὁ μὲν κατὰ τὴν Προποντίδα, ὁ δὲ Θρακικός. a city near the Hellespont, which Bochanos the Turk sacked in the reign of emperor Justinian. as Phileas says, there are two Bosporoi; the one near the Propontis, and the Thracian. beta.397 Βόσποροσ. as it were, an ox's crossing. It is named after Io the daughter of Cadmus. For Hera in her jealousy sent a gadfly against her, which, being driven like a heifer, passed through the place. οἱονεὶ βοὸς πόρος. ὠνόμασται δὲ ἀπὸ τῆς ̓Ιοῦς τῆς θυγατρὸς Κάδμου. ταύτῃ γὰρ ἡ Ηρα κατὰ ζῆλον οιστρον επεμψεν, ητις ἐλαυνομένη ωσπερ πόρτις, παρῆλθε τὸν τόπον. as if an ox's ford. it is named from Io, the daughter of Cadmus. for to her Hera in jealousy sent a gadfly, who being driven like a heifer, passed through the place.
95
ἁμάρτημα. Βλέποσ. τὸ βλέμμα. Βλέφαρον. τοῦ βλέποντος φάρος. η παρὰ τὸ ἐν τῷ βλέπειν αιρεσθαι. Βληχρόν. τὸ ἀσθενές. ουτως Ομηρος καὶ ̓Αλκαῖος. Πίνδαρος δὲ ἰσχυρὸν αὐτὸ λέγει. Βληρόν. τὸ δέλεαρ. Βλῆτρον. τὸ σύμβαλμα. Βλήτροισι. τοῖς βεβλημένοις, τοῖς κεκολλημένοις. βλῶ, βλήσω, βλῆτρον. Βλίαρ. φύλλον συκῆς. Βλίφυλλον. σύκινον. Βλίτηρι. οργανον μουσικὸν φησὶν ̓Ιόβας. σκίνδαψον δὲ, μίμημα χορδῆς. beta.394 Βλύδιον. ὑγρόν. Βλωθρά. χλωρά· ἁπαλά· η μακρὰ καὶ μεγάλα. Βλίτον. ειδος λαχάνου. τινὲς βλίττον γράφουσι. Βλακεύεται. μαλακίζεται. Ξενοφῶν· ειτις αὐτῷ δοκοίη τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων βλακεύειν. Βλάπτω. βρῶ τὸ ἐσθίω· τοῦτο γίνεται βλῶ κατὰ τροπὴν τοῦ ˉρ εἰς ˉλ, καὶ κατὰ παραγωγὴν βλάπτω, ἀπὸ μεταφορᾶς τῶν ἐσθιομένων καὶ μηκέτι ὑγιῶν οντων. Βλεμμεαίνων. γαυριῶν· ἐπαιρόμενος· η μαργαίνων καὶ ἐνθουσιῶν. παρὰ τὸ βρέμω βρεμαίνω, τροπῇ τοῦ ˉρ εἰς ˉλ καὶ πλεονασμῷ τοῦ ˉε. Βλείμην, βλεῖο. εὐκτικόν. Βλήμενοσ. ωσπερ καὶ τὸ οὐτάσμενος ἀναδρομὴν επαθε τοῦ τόνου, ουτω καὶ τὸ βλήμενος, ἐκ τοῦ βεβλημένος κατὰ συγκοπήν. Βλίσαι. βαστάσαι. Βλίττειν. τὸ ἀφαιρεῖν τὸ μέλι ἀπὸ τῶν κηρίων. Βλιμάζειν. ἀποστάζειν τοῦ μέλιτος. εστι δὲ καὶ τὸ ψηλαφᾷν. ως φησι Κράτης· ὡς μαλακὸν καὶ τέρεν τὸ χρωτίδιον, ω θεοὶ, καὶ ἐβλίμαζον αὐτήν. κυρίως δὲ βλιμάζειν τὸ τοῦ ὑπογαστρικοῦ καὶ τοῦ στήθους απτεσθαι, οπερ ποιοῦσιν οἱ τὰς ορνιθας ὠνούμενοι. Βλιμάττομεν. ψηλαφῶμεν, ἐπιθυμοῦμεν. Βλῆσθαι. ἀπὸ τοῦ βλῶ, βλήσω, βέβληκα, βέβλημαι, βλῆσθαι, ἀφαιρέσει τῆς βˉε. beta.395 Βλώσκω. τὸ αυξω. παρὰ τὸ μολῶ γίνεται παράγωγον μολίσκω, ὡς γελῶ γελίσκω, καὶ γαμῶ γαμίσκω, καὶ μεταθέσει τοῦ ˉμ εἰς τὸ ˉβ βολίσκω, καὶ ἐν ὑπερθέσει βλοίσκω, καὶ κατὰ συγκοπὴν καὶ ἐκτάσει τοῦ ˉο εἰς ˉω βλώσκω. ̓Ιστέον, οτι τὰ ἀπὸ μὲν τῆς πρώτης συζυγίας παραγόμενα διὰ τοῦ ˉιˉσˉκˉω γίνονται, οιον τελίσκω· τὰ δὲ ἀπὸ τοῦ ˉω διὰ τοῦ ˉαˉσˉκˉω, οιον γελάσκω. Βλέπετε. ἐπισκέψασθε, προσέχετε. ἀποστολικὴ ἡ λέξις· βλέπετε τὴν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί-. Βλιμαίνειν. τὸ στριγᾷν. ( ̓Επίῤῥημα.) Βλακικῶσ. ἀντὶ τοῦ βραδέως. ὡς βλακικῶς διακονεῖς. Τὸ Β μετὰ τοῦ Ο. ( ̓Αρσενικόν.) Βοηδρόμοσ. ὁ βοηθός. Βοηθόσ. ἀπὸ τοῦ εἰς βοὴν θεῖν. βοὴ γὰρ κυρίως ἡ μάχη, ὡς· -βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος. η παρὰ τὸ βοὴν καὶ τὸ θόος, ὁ εἰς τὴν βοὴν θόος καὶ ταχύς. Βόθροσ. ορυγμα, λάκκος. παρὰ τὸ βάθος, βάθρος καὶ βόθρος. Βόθυνοσ. τόπος τὶς ἰδίως ουτω καλούμενος ἐν τῇ ἱερᾷ ὁδῷ, ου μνήμην ̓Ισαῖος καὶ Καλλισθένης ποιεῖται. καὶ ὁ βόθρος, καὶ ὁ λάκκος, καὶ τὸ ορυγμα. ωσπερ παρὰ τὸ θρασὺς γίνεται θράσυνος, ουτως καὶ παρὰ τὸ βαθὺς βάθυνος καὶ βόθυνος. beta.396 Βολεών. κοπροθέσιον. Βόλιτος καὶ βόλβιτα. τὰ κόπρια. Βολβόσ. ειδος ὀσπρίου η καὶ κρομμύου. βολβὸς τὸ υδνον. Βόλιμοσ. μόλιμος καὶ κατ' ἐναλλαγὴν βόλιμος. Βομβάλβιοσ. αὐλητὴς, παίζων. παρὰ τὸν αὐλόν. Βόμβοσ. ὁ τῶν μελισσῶν ηχος. Βόμβρυξ. ειδος σκώληκος. Βομβυλιόσ. ειδος μελίσσης ἐκ πηλοῦ πλαττούσης τὰ κηρία. Βοοβόρουσ. ὀβολοὺς μεγάλους. Βοονόμοσ. ὁ τοὺς βοῦς νέμων καὶ βώσκων. Βορβόροπιν. κῆπον. σημαίνει καὶ τὸ μόριον. Βορβορυγμόσ. ὁ ἐπιφερόμενος ηχος τοῦ υδατος, η ηχος ἐκ τοῦ στόματος τῆς καμήλου. σύνθημα δέ ἐστι ταῖς καμήλοις καθεζομέναις ὁ τοιοῦτος ηχος. Βοῤῥᾶσ. ανεμος ψυχρός. τινὲς δὲ εν ˉρ γράφουσι. Βορέασ. παρὰ τὸ βάρος, *καὶ τροπῇ τοῦ ˉα εἰς ˉο.* η παρὰ τὸ βορὰ, ο σημαίνει τὴν τροφήν. βορᾶς γὰρ ἡμῖν αιτιος, αυξων τοὺς καρπούς. Βόρβοροσ. παρὰ τὸ βάρος βάρβαρος, καὶ τροπῇ τοῦ ˉα εἰς ˉο βόρβορος, ο εστι τὸ περίττωμα τῆς γαστρός. τοῦτο γὰρ ἐν τῷ ανω κείμενον βάρος ἐμποιεῖ. η παρὰ τὸ βορὰ βορὸς καὶ βόρβορος, ἡ ἐκ τῆς τροφῆς υλη. Βόσποροσ. πόλις περὶ τὸν ̔Ελλήσποντον, ην ὁ Βωχάνος ὁ Τοῦρκος ἐπὶ ̓Ιουστινιανοῦ βασιλέως ἐπόρθησεν. ως φησι δὲ Φιλέας, δύο Βόσποροι εἰσίν· ὁ μὲν κατὰ τὴν Προποντίδα, ὁ δὲ Θρακικός. beta.397 Βόσποροσ. οἱονεὶ βοὸς πόρος. ὠνόμασται δὲ ἀπὸ τῆς ̓Ιοῦς τῆς θυγατρὸς Κάδμου. ταύτῃ γὰρ ἡ Ηρα κατὰ ζῆλον οιστρον επεμψεν, ητις ἐλαυνομένη ωσπερ πόρτις, παρῆλθε τὸν τόπον.