178
δοχεῖον. vessel. epsilon.740 ̓Εν φερέτρῳ. In a bier. ἐν φορείῳ, ἐν κλίνῃ νεκρῶν. on a litter, on a bed of the dead. ̓Ενώπια. frontlets. εὐθέα, τὰ εμπροσθεν. straight, the things in front. ̓Ενώτιον. earring. σχολαρίκιον. a scholar's fee. ἐνώτιον †χρυσοῦν† ἐν ῥινὶ ὑός. a †golden† earring in a swine's snout. ̓Εν τέλει. In office. ἐν ἀρχῇ. in authority. τοὺς ἐν τέλει τιμῶν. honoring those in office. ̓Ενεργημάτων. Of workings. ἀντὶ τοῦ χαρισμάτων. instead of gifts of grace. καὶ ὁ ̓Απόστολος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσί. and the Apostle; and there are divisions of workings. τὸ διαιρέσεις οιον μερίδες. the word divisions, as in portions. ̓Εν καταστήματι. In attire. ἐν περιβολαίῳ. in a robe. ἐν καταστήματι ἱεροπρεπεῖς, *μὴ διαβόλως μὴ ων.* in holy attire, *not slanderous not being.* ( ̔Ρῆμα.) (Verb.) ̓Ενακμάζων. Flourishing. ἐνισχύων. growing strong. ̓Εναπερείσασθαι. To fix in. ἐμπῆξαι. to fix in. ̓Εναπήρεισται. Has been fixed in. ἐντετίναχεν. has shaken in. ειρηται δὲ ἀπὸ τοῦ διατεινομένους ἐμπίπτειν. but it is said from those who, being stretched, fall upon. ̓Ενάπτοντεσ. Fastening. ἐκδεσμοῦντες. binding out. ἠσφαλίζοντο δὲ τὰς σχεδίας τοῖς ἀπὸ τῆς γῆς ἐπιγείοις εἰς τὰ περὶ τὸ χεῖλος πεφυκότα τῶν δένδρων ἐνάπτοντες πρὸς τὸ συμμένειν. and they were securing the rafts with the land-cables from the shore by fastening them to the trees growing around the edge so that they would stay together. ̓Εναυλισθῆναι. To be housed. οἰκισθῆναι. to be settled. ̓Εναβρύνεται. Puts on airs. ἐντρυφᾷ, ἐγκαυχᾶται. revels, boasts. ̓Ενάγει. Leads on. ἐφέλκεται, ἐμβιβάζει, προτρέπεται. draws on, puts on board, urges on. ̓Εναύοντεσ. Kindling. ἐνάπτοντες η ἱκετεύοντες. lighting or supplicating. ἐναύοντες πρὸς τοῖς ναοῖς. kindling fires near the temples. ̓Εναύσασθαι. To kindle. ἐξάψασθαι. to set on fire. epsilon.741 ̓Εναγίζειν. To offer to the dead. τὸ χοὰς φέρειν, η θύειν τοῖς κατοιχομένοις. to bring libations, or to sacrifice to the departed. ουτως ̔Ηρόδοτος. so Herodotus. καὶ ἐναγίζω τὸ κατακαίω καὶ τὸ φονεύω. and I `ἐναγίζω` means to burn down and to slay. ἐναγίζουσιν ουν τῷ ξάνθῳ Μακεδόνα καὶ καθαρμὸν ποιοῦσιν. they sacrifice therefore to the Xanthus a Macedonian and make a purification. ̓Εναλόντεσ. Having fallen into. ἐμπεσόντες. having fallen into. ̓Εναποματτόμενοι. Wiping off on. ἐντυποῦντες. imprinting. ̓Εναπομόρξεται. He will wipe off on. ἐναποψήσεται, ἀπομάξει. he will wipe clean on, he will wipe off. ουτως ̓Αριστοφάνης. so Aristophanes. ̓Εναπομόργνυνται. They wipe off on. ἐναποτίθενται. they lay aside in. ̓Εναφῆκαν. They put in. ἀντὶ τοῦ ἐνέβαλον. instead of they threw in. ἐναφῆκαν τῇ δρυῒ σφῆνας, ὡς διασταίη. they put wedges into the oak, so that it might be split apart. ̓Ενάπτοντεσ. Bringing in. εἰσφερόμενοι. being brought in. ̓Εναποψύχειν. To lose breath. παρ' ̔Ησιόδῳ τὸ ἀποφυσᾷν, τὸ ἀφοδεύειν. in Hesiod, to breathe out, to evacuate. παρ' ̔Ομήρῳ τὸ λειποθυμεῖν. in Homer, to faint. οιον· ειλεν ἀποψύχοντα πολύτλας δῖος ̓Οδυσσεύς. as in: much-enduring, divine Odysseus seized him as he was losing breath. τὸ μὲν πρῶτον παρὰ τὸ ψύχω, τὸ δὲ δεύτερον παρὰ τὸ ψυχή. the first is from `ψύχω` (I breathe), the second from `ψυχή` (soul/breath). epsilon.742 ̓Εναίρειν. To slay. τὸ τὰ οπλα σκυλεύειν. to strip the arms. η τὸ φονεύειν. or to kill. παρὰ τὸν αρην, τὸν πόλεμον, γίνεται ἐναίρω· παρέπεται γὰρ αὐτῷ τὸ ἐνυάλιον. from Ares, war, comes `ἐναίρω`; for the warlike follows it. ̓Ενδεκάζοντασ. Celebrating the tenth day. ἀντὶ τοῦ ἐνεορτάζοντας· ἐν τῷ αὐτῷ τὴν δεκάτην αγοντας. instead of celebrating a festival; celebrating the tenth day in the same. ουτως ∆ημοσθένης. so Demosthenes. ̓Ενδεῖν. To need. χρῄζειν η καὶ τὸ δεσμεῖν. to need or also to bind. ̓Ενδιάει. He is in. ενεστι, διατρίβει. is in, spends time. ̓Ενδιαιτώμενοι. Dwelling in. ἐνδιατρίβοντες. spending time in. ̓Ενδειξαμένῳ. Having defended oneself. ἀπολογησαμένῳ. having made a defense. καὶ ενδειξις ἡ ἀπολογία. and `ένδειξις` is the defense. ̓Ενδοῦναι. To give up. προδοῦναι, παραδοῦναι, η καὶ ειξαι. to betray, to hand over, or also to yield. ̓Ενδούσ. Having loosened. ἀραιώσας. having made thin. ̓Ενδώσειν. To appoint. ὁρίσαι, προστάξαι. to define, to command. καιρὸν δὲ τῆς διαβάσεως καὶ τόπον αὐτὸς ἐνδώσειν εφη. and he said he himself would appoint a time and place for the crossing. ̓Ενδοιάζοντεσ. Doubting. διστάζοντες. ἀμφιβάλλοντες. hesitating. being in doubt. ̓Ενδέξασθαι. To receive. παραλαβεῖν. ἀκροάσασθαι. to take over. to listen to. οὐδὲ φίλιον λόγον ἐνδέξασθαι παρὰ τῶν τὰ πολέμια εργα δρώντων. not even to receive a friendly word from those who do the deeds of war. epsilon.743 ̓Ενδέχεσθαι. To accept. παραδέχεσθαι. πείθεσθαι. to accept. to be persuaded. οὐκ ἐῶν τοὺς Βελισσαρίου λόγους ἐνδέχεσθαι. not allowing them to accept the words of Belisarius. ̓Ενδείκνυμι. I inform against. ἐνδεικνύναι ελεγον τὸ καταγγέλλειν τινὰ κακουργοῦντα περὶ τὰ κοινά. they used to say `ἐνδεικνύναι` meant to report someone doing wrong concerning public affairs. ̓Ενδείξασθαι. To accuse. ἐπὶ τοῦ κατηγορῆσαι. concerning accusing. ̓Ιώσηπος· πολλοὺς γὰρ διὰ τὰ οἰκεῖα μίση καὶ διαφορὰς ἰδίας ἐνδείξασθαι τοὺς ἀναιτίους. Josephus: for many, on account of their own hatreds and private disputes, accused the innocent. καὶ ἐνδεῖκται οἱ κατήγοροι, καὶ οἱ συκοφάνται. and `ἐνδεῖκται` are accusers, and sycophants. ̓Ενέβη. He entered. ἀντὶ τοῦ εἰσῆλθε. instead of he went in. τῶν δὲ συνήθων τὶς αὐτῷ ἐνέβη, τῷ ποδὶ λακτίσας τὸν ταῦρον. and one of his companions entered with him, having kicked the bull with his foot. ̓Ενέκρινον. They reckoned among. τοῖς καλοῖς συνηρίθμησαν. they numbered among the good. ὡς ἀπέκρινον τὸ ἀπεδοκίμαζον. as `ἀπέκρινον` meant they rejected. ̓Ενέκαψα. I spat. ἀντὶ τοῦ ἐξέπτυσα. instead of I spat out. κᾳτα βδελυχθεὶς ὀσφρόμενος ἐνέκαψα. and having been disgusted by the smell, I spat. ̓Ενένιπτεν. He reproached. ἐκακολόγησεν. he spoke ill of. ̓Ενεώλκησαν. They dragged the ships. τὰς ναῦς ειλκυσαν. they dragged the ships. ̓Ενεώχμασε. He renovated. νεωστὶ κατεσκεύασεν· ἐκαίνισεν· ἠλλοίωσεν· ἐκαινοποίησεν. he recently constructed; he renewed; he altered; he made new. ̓Ενέκειντο. They were intent upon. ἐπιμόνως ἠσχολοῦντο. they were persistently occupied. ̓Ενέβαλεν. He struck. ετυψεν. he struck. ὁ δὲ κρίνας τοῦτον ἀδικεῖν πληγὰς ἐνέβαλεν. and he, judging this man to be doing wrong, inflicted blows. epsilon.744 ̓Ενεθουσία. She was possessed. ἐπεμαίνετο. she was raging. ̓Ενέπασσεν. He sprinkled in. ἐνέβαλλεν. ἐνεποίκιλλεν. he threw in. he variegated. ̓Ενέπεσεν. It happened. συνέβη. ἐγένετο. it occurred. it came to be. Ενεστιν. It is in. ἐνυπάρχει. exists within. ̓Ενέλιπεν. He failed. ὑστέρησεν. he was behind. ̓Ενέφῃνεν. He showed. ἐνεδείξατο. he demonstrated. ̓Ενεκότουν. They bore a grudge. ἐμνησικάκουν. they bore a grudge. ̓Ενεργεῖν. To work effectively. ἑτοίμως πράττειν. to act readily. ̓Ενέχεεν. He poured in. ἐνέβαλεν. he threw in. ̓Ενέχεισ. You were pouring. ἀντὶ τοῦ ἐκίρνας. instead of you were mixing. ̓Αριστοφάνης· εἰ Θάσιον ἐνέχεις, εἰκότως γε, νὴ ∆ία. Aristophanes: if you are pouring Thasian, it is fitting, by Zeus. ὡς τοῦ Θασίου οινου εὐόσμου οντος. since Thasian wine is fragrant. ̓Ενεπάγησαν. They were fixed in. ἐνεπήχθησαν. ἐνηλώθησαν. they were fixed in. they were fastened with nails. ̓Ενεχείρισαν. They entrusted. ἐνεπίστευσαν. they entrusted. ̓Ενεαρίζειν. To pass the spring. κυρίως τὸ ἐν εαρι διάγειν. properly, to spend time in spring. ̓Ενεπάγησαν. They fell in. ἐνέπεσον. they fell in. ̓Ενέγκατε. Bring. φέρετε. bring. Ενεπε. Say. λέγε. say. ̓Ενεπισκήψασθαι. To lay a claim. ὁπότε δημευθείη τινὸς οὐσία, ἐξῆν προελθεῖν τῷ φάσκοντι γεγενῆσθαι δανειστῇ τοῦ ἀνδρὸς καὶ λέγειν, ὡς ὀφείλεται αὐτῷ ἐν τῇ οὐσίᾳ χρέος. whenever someone's property was confiscated, it was permitted for one claiming to have been a creditor of the man to come forward and say that a debt was owed to him from the property. epsilon.745 ̓Ενεπορπήθησαν. They were fastened together. συνεβλήθησαν. they were joined together. ̓Ενεσκευασμένην. Contrived. διεσκευασμένην καὶ πεπλασμένην. arranged and fabricated. ουτως ̓Ισαῖος καὶ ∆ημοσθένης. so Isaeus and Demosthenes. ̓Ενέσκηψαν. They rushed in. ἐνώρμησαν· ἐνέπηξαν. they rushed in; they fixed upon. ̓Ενεσκίμφθη. It was hurled at. ἐνεπάγη. it was fixed in. ̓Ενεστήσαντο. They set against. ἀντὶ τοῦ instead of
178
δοχεῖον. epsilon.740 ̓Εν φερέτρῳ. ἐν φορείῳ, ἐν κλίνῃ νεκρῶν. ̓Ενώπια. εὐθέα, τὰ εμπροσθεν. ̓Ενώτιον. σχολαρίκιον. ἐνώτιον †χρυσοῦν† ἐν ῥινὶ ὑός. ̓Εν τέλει. ἐν ἀρχῇ. τοὺς ἐν τέλει τιμῶν. ̓Ενεργημάτων. ἀντὶ τοῦ χαρισμάτων. καὶ ὁ ̓Απόστολος· καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσί. τὸ διαιρέσεις οιον μερίδες. ̓Εν καταστήματι. ἐν περιβολαίῳ. ἐν καταστήματι ἱεροπρεπεῖς, *μὴ διαβόλως μὴ ων.* ( ̔Ρῆμα.) ̓Ενακμάζων. ἐνισχύων. ̓Εναπερείσασθαι. ἐμπῆξαι. ̓Εναπήρεισται. ἐντετίναχεν. ειρηται δὲ ἀπὸ τοῦ διατεινομένους ἐμπίπτειν. ̓Ενάπτοντεσ. ἐκδεσμοῦντες. ἠσφαλίζοντο δὲ τὰς σχεδίας τοῖς ἀπὸ τῆς γῆς ἐπιγείοις εἰς τὰ περὶ τὸ χεῖλος πεφυκότα τῶν δένδρων ἐνάπτοντες πρὸς τὸ συμμένειν. ̓Εναυλισθῆναι. οἰκισθῆναι. ̓Εναβρύνεται. ἐντρυφᾷ, ἐγκαυχᾶται. ̓Ενάγει. ἐφέλκεται, ἐμβιβάζει, προτρέπεται. ̓Εναύοντεσ. ἐνάπτοντες η ἱκετεύοντες. ἐναύοντες πρὸς τοῖς ναοῖς. ̓Εναύσασθαι. ἐξάψασθαι. epsilon.741 ̓Εναγίζειν. τὸ χοὰς φέρειν, η θύειν τοῖς κατοιχομένοις. ουτως ̔Ηρόδοτος. καὶ ἐναγίζω τὸ κατακαίω καὶ τὸ φονεύω. ἐναγίζουσιν ουν τῷ ξάνθῳ Μακεδόνα καὶ καθαρμὸν ποιοῦσιν. ̓Εναλόντεσ. ἐμπεσόντες. ̓Εναποματτόμενοι. ἐντυποῦντες. ̓Εναπομόρξεται. ἐναποψήσεται, ἀπομάξει. ουτως ̓Αριστοφάνης. ̓Εναπομόργνυνται. ἐναποτίθενται. ̓Εναφῆκαν. ἀντὶ τοῦ ἐνέβαλον. ἐναφῆκαν τῇ δρυῒ σφῆνας, ὡς διασταίη. ̓Ενάπτοντεσ. εἰσφερόμενοι. ̓Εναποψύχειν. παρ' ̔Ησιόδῳ τὸ ἀποφυσᾷν, τὸ ἀφοδεύειν. παρ' ̔Ομήρῳ τὸ λειποθυμεῖν. οιον· ειλεν ἀποψύχοντα πολύτλας δῖος ̓Οδυσσεύς. τὸ μὲν πρῶτον παρὰ τὸ ψύχω, τὸ δὲ δεύτερον παρὰ τὸ ψυχή. epsilon.742 ̓Εναίρειν. τὸ τὰ οπλα σκυλεύειν. η τὸ φονεύειν. παρὰ τὸν αρην, τὸν πόλεμον, γίνεται ἐναίρω· παρέπεται γὰρ αὐτῷ τὸ ἐνυάλιον. ̓Ενδεκάζοντασ. ἀντὶ τοῦ ἐνεορτάζοντας· ἐν τῷ αὐτῷ τὴν δεκάτην αγοντας. ουτως ∆ημοσθένης. ̓Ενδεῖν. χρῄζειν η καὶ τὸ δεσμεῖν. ̓Ενδιάει. ενεστι, διατρίβει. ̓Ενδιαιτώμενοι. ἐνδιατρίβοντες. ̓Ενδειξαμένῳ. ἀπολογησαμένῳ. καὶ ενδειξις ἡ ἀπολογία. ̓Ενδοῦναι. προδοῦναι, παραδοῦναι, η καὶ ειξαι. ̓Ενδούσ. ἀραιώσας. ̓Ενδώσειν. ὁρίσαι, προστάξαι. καιρὸν δὲ τῆς διαβάσεως καὶ τόπον αὐτὸς ἐνδώσειν εφη. ̓Ενδοιάζοντεσ. διστάζοντες. ἀμφιβάλλοντες. ̓Ενδέξασθαι. παραλαβεῖν. ἀκροάσασθαι. οὐδὲ φίλιον λόγον ἐνδέξασθαι παρὰ τῶν τὰ πολέμια εργα δρώντων. epsilon.743 ̓Ενδέχεσθαι. παραδέχεσθαι. πείθεσθαι. οὐκ ἐῶν τοὺς Βελισσαρίου λόγους ἐνδέχεσθαι. ̓Ενδείκνυμι. ἐνδεικνύναι ελεγον τὸ καταγγέλλειν τινὰ κακουργοῦντα περὶ τὰ κοινά. ̓Ενδείξασθαι. ἐπὶ τοῦ κατηγορῆσαι. ̓Ιώσηπος· πολλοὺς γὰρ διὰ τὰ οἰκεῖα μίση καὶ διαφορὰς ἰδίας ἐνδείξασθαι τοὺς ἀναιτίους. καὶ ἐνδεῖκται οἱ κατήγοροι, καὶ οἱ συκοφάνται. ̓Ενέβη. ἀντὶ τοῦ εἰσῆλθε. τῶν δὲ συνήθων τὶς αὐτῷ ἐνέβη, τῷ ποδὶ λακτίσας τὸν ταῦρον. ̓Ενέκρινον. τοῖς καλοῖς συνηρίθμησαν. ὡς ἀπέκρινον τὸ ἀπεδοκίμαζον. ̓Ενέκαψα. ἀντὶ τοῦ ἐξέπτυσα. κᾳτα βδελυχθεὶς ὀσφρόμενος ἐνέκαψα. ̓Ενένιπτεν. ἐκακολόγησεν. ̓Ενεώλκησαν. τὰς ναῦς ειλκυσαν. ̓Ενεώχμασε. νεωστὶ κατεσκεύασεν· ἐκαίνισεν· ἠλλοίωσεν· ἐκαινοποίησεν. ̓Ενέκειντο. ἐπιμόνως ἠσχολοῦντο. ̓Ενέβαλεν. ετυψεν. ὁ δὲ κρίνας τοῦτον ἀδικεῖν πληγὰς ἐνέβαλεν. epsilon.744 ̓Ενεθουσία. ἐπεμαίνετο. ̓Ενέπασσεν. ἐνέβαλλεν. ἐνεποίκιλλεν. ̓Ενέπεσεν. συνέβη. ἐγένετο. Ενεστιν. ἐνυπάρχει. ̓Ενέλιπεν. ὑστέρησεν. ̓Ενέφῃνεν. ἐνεδείξατο. ̓Ενεκότουν. ἐμνησικάκουν. ̓Ενεργεῖν. ἑτοίμως πράττειν. ̓Ενέχεεν. ἐνέβαλεν. ̓Ενέχεισ. ἀντὶ τοῦ ἐκίρνας. ̓Αριστοφάνης· εἰ Θάσιον ἐνέχεις, εἰκότως γε, νὴ ∆ία. ὡς τοῦ Θασίου οινου εὐόσμου οντος. ̓Ενεπάγησαν. ἐνεπήχθησαν. ἐνηλώθησαν. ̓Ενεχείρισαν. ἐνεπίστευσαν. ̓Ενεαρίζειν. κυρίως τὸ ἐν εαρι διάγειν. ̓Ενεπάγησαν. ἐνέπεσον. ̓Ενέγκατε. φέρετε. Ενεπε. λέγε. ̓Ενεπισκήψασθαι. ὁπότε δημευθείη τινὸς οὐσία, ἐξῆν προελθεῖν τῷ φάσκοντι γεγενῆσθαι δανειστῇ τοῦ ἀνδρὸς καὶ λέγειν, ὡς ὀφείλεται αὐτῷ ἐν τῇ οὐσίᾳ χρέος. epsilon.745 ̓Ενεπορπήθησαν. συνεβλήθησαν. ̓Ενεσκευασμένην. διεσκευασμένην καὶ πεπλασμένην. ουτως ̓Ισαῖος καὶ ∆ημοσθένης. ̓Ενέσκηψαν. ἐνώρμησαν· ἐνέπηξαν. ̓Ενεσκίμφθη. ἐνεπάγη. ̓Ενεστήσαντο. ἀντὶ τοῦ