258
of us, against us. to us, upon us. But when a smooth vowel follows, the rough consonant is not changed to a smooth one. For example: ἀμφὶ ἀγαθὸν, ἀμφ' ἀγαθόν. This happens because the rough [sounds] are more prevalent and stronger than the smooth ones. He was sitting. εω, the future εσω, the perfect ηκα, the passive ησμαι, the pluperfect kappa.1178 ησμην, ησο the second person, ηστο the third person, and in composition καθῆστο. Slay. Kill. The [preposition] κατὰ, being syncopated, if two consonants follow, it entirely drops the τ. κατάκτανε, κάκτανε. κατάσχεθε, κάσχεθε. I restore. I fit. From ἀρτῶ, ἀρτίζω. To be sunk in the sea. Instead of καταποντισθῆναι. It is Attic. To do something with impunity. From προικὸς, which the Ionians, dividing it, say πρόϊκα. They were slain. From κτείνω, κτανῶ; the passive aorist is ἐκτάνθην, as from φαίνω, ἐφάνθημεν; the first person plural ἐκτάνθημεν, ἐκτάνθητε, ἐκτάνθησαν, εκτανθεν; as ἐφάνθημεν, ἐφάνθησαν, εφανθεν. He slew. From κτείνω, κτενῶ, εκτεινα; the second aorist εκτανον, εκτανες, εκτανε, and κατέκτανε. Made thin. Made slender. From ισχω, ἰσχνῶ, of the third conjugation of contract verbs. It was swallowed. It was sunk in the sea. It is a derivative verb πῶμι, the future πώσω, the perfect πέπωκα, the passive πέπομαι, through omicron; as δέδωκα, δέδομαι; the second aorist ἐπόθην and κατεπόθην. Thus George Choiroboskos. kappa.1179 I was drawing. I was bailing out. It has the iota. For it is from καταιονῶ, καταιονᾷς, καταιονᾷ. It seized. It took possession of. From the contract verb αἱρῶ, which means to seize. And Homer: -may forgetfulness not seize you-. I plash. To disturb. The word is onomatopoeic. For the sound of the wave occurring in the hollow of the rocks seems to imitate 'kachla kachla'. To speak against. For some to speak ill of someone absent. He may abolish. He may cause to cease; he may conquer. When he shall have abolished all rule and all authority. For now the evil powers are at work, but then they will not be at work, being delivered over to punishment. (Adverb.) Once for all. Completely, briefly, in sum. Purely. Precisely; clearly. And here. Instead of ἐνθάδε. With a clang. With a crash. For καναχὴ is a shout and a cry. Very. Instead of λίαν. Vehemently. Violently. kappa.1180 By force. Strongly. At one's heels. Immediately. Suitably. Fittingly, consequently. Alone. Instead of separately. As in: "who fashions their hearts alone", as a rational being says in contrast to the other animals. Straight ahead. Directly. From the shoulder. Over the shoulders of the horses. He drove the horses from the shoulder. †Equally. Likewise.† Swiftly. Quickly. As from γόνος comes γόνιμος, and from πομπὸς, πόμπιμος, so also from κάπω, to breathe, from which also comes καπύω, for example: -he breathed out his soul- comes κάπος and with the pleonasm of ν, κάπνος, then with the pleonasm of ρ again κάρπνος and κάρπνιμος. Therefore, by dropping the ν and with the pleonasm of the syllable αλ, καρπάλιμος, and καρπαλίμως as an adverb. Very. Exceedingly. From κρατὸς, κρατέα, as ταχὺς, ταχέα, and by syncope and metathesis, κάρτα. Well. From κάλλος (beauty). And κάλλος is from κάζω, to adorn. Badly. From χάζω, to retreat. For we all retreat from evil. kappa.1181 The K with E. (Masculine.) Kenchrine. A type of bird, which is said not to thirst at all. Or a type of serpent; because it appears at the season of the millet, or because it is variegated and spotted; for it has as it were some millet grains on its back. Nicander: You will make a long monster for the kestrel-snakes. Prudent. Intelligent, sober-minded, wise, most caring. Prudent counsels. It is from the verb κοῶ, meaning I perceive, future κοήσω, and the verbal noun κόεδνος, just as from τέρπω comes τερπνός; and by syncope, κεδνός. Or being some κηδανός (one to be cared for), for whom one would care. Keeros. Light. Kethegos. A proper name. Kekrops. A deceiver, or a kind of ape. And κέρκωψ means great. kappa.1182 Kelor. A proper name, or the child. Keles. The single and unequipped horse, or also the saddle-horse, the single-mount. Kelkoi. Wild boars. Shell. The husk of the egg. Sounding. Resonant, or noisy. From κέλαδος, which means disturbance.
258
ἡμῶν, καθ' ἡμῶν. ἐπὶ ἡμᾶς, ἐφ' ἡμᾶς. ψιλουμένου δὲ φωνήεντος ἐπιφερομένου, οὐ τρέπεται τὸ δασὺ σύμφωνον εἰς ψιλόν. οιον· ἀμφὶ ἀγαθὸν, ἀμφ' ἀγαθόν. τοῦτο δὲ γίνεται, ἐπειδὴ τὰ δασέα ἐπικρατέστερά εἰσι καὶ ἰσχυρότερα τῶν ψιλῶν. Καθῆστο. εω, ὁ μέλλων εσω, ὁ παρακείμενος ηκα, ὁ παθητικὸς ησμαι, ὁ ὑπερσυντέλικος kappa.1178 ησμην, ησο τὸ δεύτερον, τὸ τρίτον ηστο, καὶ ἐν συνθέσει καθῆστο. Κατάκτανε. φόνευσον. ἡ κατὰ συγκοπτομένη, ἐὰν ἐπάγηται δύο σύμφωνα παντελῶς ἀποβάλλει τὸ τ. κατάκτανε, κάκτανε. κατάσχεθε, κάσχεθε. Καταρτίζω. ἁρμόζω. ἐκ τοῦ ἀρτῶ, ἀρτίζω. Καταποντωθῆναι. ἀντὶ τοῦ καταποντισθῆναι. τῶν ̓Αττικῶν δέ ἐστι. Καταπροΐξασθαι. ἀπὸ τῆς προικὸς, ην διαιροῦντες οἱ Ιωνες πρόϊκα λέγουσι. Κατέκτανθεν. ἀπὸ τοῦ κτείνω, κτανῶ· ὁ ἀόριστος παθητικὸς ἐκτάνθην, ὡς φαίνω ἐφάνθημεν· τὸ πρῶτον τῶν πληθυντικῶν ἐκτάνθημεν, ἐκτάνθητε, ἐκτάνθησαν, εκτανθεν· ὡς ἐφάνθημεν, ἐφάνθησαν, εφανθεν. Κατέκτανεν. ἀπὸ τοῦ κτείνω, κτενῶ, εκτεινα· ὁ δεύτερος ἀόριστος εκτανον, εκτανες, εκτανε, καὶ κατέκτανε. Κατισχνωθέντα. λεπτυνθέντα. ἀπὸ τοῦ ισχω ἰσχνῶ τρίτης συζυγίας τῶν περισπωμένων. Κατεπόθη. ἐποντίσθη. εστι ῥῆμα παράγωγον πῶμι, ὁ μέλλων πώσω, ὁ παρακείμενος πέπωκα, ὁ παθητικὸς πέπομαι, διὰ τοῦ ο μικροῦ· ὡς δέδωκα, δέδομαι· ὁ δεύτερος ἀόριστος ἐπόθην καὶ κατεπόθην. ουτω Γεώργιος ὁ Χοιροβοσκός. kappa.1179 Κατῃόνων. κατήντλουν. εχει τὸ ι. ἀπὸ γὰρ τοῦ καταιονῶ, καταιονᾷς, καταιονᾷ. Κατῄρεε. κατέλαβε. παρὰ τὸ αἱρῶ περισπώμενον, ο σημαίνει τὸ καταλαμβάνω. καὶ Ομηρος· -μὴ δέ σε λήθη αἱρείτω-. Καχλάζω. τὸ ταράσσω. πεποίηται ἡ λέξις. ὁ γὰρ ηχος τοῦ κύματος ἐν τῷ κοιλώματι τῶν πετρῶν γινόμενος δοκεῖ μιμεῖσθαι τὸ κάχλα κάχλα. Καταλαλεῖν. τὸ εἰς ἀπόντα ὑπὸ τινῶν βλασφημεῖν. Καταργήσῃ. παύσῃ· νικήσῃ. οταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν. νῦν μὲν γὰρ ἐνεργοῦσιν αἱ πονηραὶ δυνάμεις, τότε δὲ οὐκ αν ἐνεργήσωσιν εἰς κόλασιν παραδιδόμενα. ( ̓Επίῤῥημα.) Καθάπαξ. παντελῶς, συντόμως, συλλήβδην. Καθαρῶσ. ἀκριβῶς· σαφῶς. Κᾀνθάδε. ἀντὶ τοῦ ἐνθάδε. Καναχηδόν. μετὰ κτύπου. καναχὴ γὰρ ἡ βοὴ καὶ ἡ κραυγή. Κάρτα. ἀντὶ τοῦ λίαν. Καταφορικῶσ. σφοδρῶς. kappa.1180 Κατὰ κράτοσ. ἰσχυρῶς. Κατὰ πόδασ. παραυτά. Καταλλήλωσ. ἁρμοδίως, ἀκολούθως. Καταμόνασ. ἀντὶ τοῦ κεχωρισμένως. ὡς τό· ὁ πλάσας κατὰ μόνας τὰς καρδίας αὐτῶν, ὡς λογικός φησι παρὰ τὰς τῶν λοιπῶν ζώων. Κατ' εὐθύ. κατ' εὐθεῖαν. Κατωμαδόν. κατὰ τοὺς ωμους τῶν ιππων. κατωμαδὸν ηλασεν ιππους. †Κατ' ισον. ὁμοίως.† Καρπαλίμωσ. ταχέως. ὡς παρὰ τὸ γόνος γίνεται γόνιμος, καὶ πομπὸς, πόμπιμος, ουτως καὶ παρὰ τὸ κάπω, τὸ πνέω, ἐξ ου καὶ καπύω, οιον· ἀπὸ δὲ ψυχὴν ἐκάπυσε- γίνεται κάπος καὶ πλεονασμῷ τοῦ ν, κάπνος, ειτα μετὰ πλεονασμοῦ τοῦ ρ πάλιν κάρπνος καὶ κάρπνιμος. ἀποβολῇ ουν τοῦ ν καὶ πλεονασμῷ τῆς αλ συλλαβῆς, καρπάλιμος, καὶ καρπαλίμως ἐπίῤῥημα. Κάρτα. λίαν. παρὰ τὸ κρατὸς κρατέα, ὡς ταχὺς, ταχέα, καὶ κατὰ συγκοπὴν καὶ μετάθεσιν κάρτα. Καλῶσ. παρὰ τὸ κάλλος. τὸ δὲ κάλλος παρὰ τὸ κάζω, τὸ κοσμῶ. Κακῶσ. παρὰ τὸ χάζω, τὸ ὑποχωρῶ. τῷ γὰρ κακῷ πάντες ὑποχωροῦμεν. kappa.1181 Τὸ Κ μετὰ τοῦ Ε. ( ̓Αρσενικόν.) Κεγχρίνησ. ειδος ορνιθος, ο λέγεται μηδ' ολως διψᾷν. η ειδος οφεως· διὰ τὸ φαίνεσθαι αὐτὸν κατὰ καιρὸν τοῦ κέγχρου, η διὰ τὸ ποικίλον ειναι καὶ κατεστίχθαι· ωσπερ γὰρ κέγχρους τινὰς ἐπὶ τὰ νῶτα εχει. Νίκανδρος· Θήεις κεγχρίνοις δολιχὸν τέρας. Κεδνόσ. συνετὸς, σώφρων, φρόνιμος, κηδεμονικώτατος. κεδνὰ βουλεύματα. εστι ῥῆμα κοῶ, τὸ νοῶ, ὁ μέλλων κοήσω, καὶ ῥηματικὸν ονομα κόεδνος, ωσπερ τέρπω, τερπνός· καὶ κατὰ συγκοπὴν κεδνός. η κηδανός τις ων, ου αν τις κήδοιτο. Κεηρόσ. κοῦφος. Κέθηγοσ. κύριον. Κέκροψ. ἀπατεὼν, η γένος πιθήκων. κέρκωψ δὲ μέγα. kappa.1182 Κέλωρ. κύριον, η ὁ παῖς. Κέλησ. ὁ μόνος ιππος καὶ γεγυμνωμένος, η καὶ σελλάριος ὁ μονοκάβαλλος. Κέλκοισ. συάγροις. Κέλυφοσ. τὸ λέπυρον τοῦ ὠοῦ. Κελαδεινόσ. ἠχητικὸς, η ὁ θορυβώδης. παρὰ τὸ κέλαδος, ο σημαίνει τὴν ταραχήν.