300
from the intensive ˉνˉη and ἀλιτεῖν, to sin. ἀλιτεῖν is written with an iota, but νηλήτης with an eta, because in Aeolic the ˉι was changed to the ˉη. others say the sinless, from the privative ˉνˉη and ἀλιτεῖν. Νηλεήσ. the harsh, the cruel, the pitiless. it comes from ελεος and the privative adverb ˉνˉη, as it were one deprived of pitying. and νηλὴς comes from νηλεὴς by crasis. nu.1397 from λῶ, I wish, and the privative ˉνˉη, as it were one not wishing to be merciful, but unbending and harsh. Νήλιποσ. unshod or single-tunicked. by privation of ˉνˉη, just as νηνεμία. and νήλιποι, the unshod, is contracted from νηλίποδος. Νημερτήσ. the true. from ἁμαρτῶ ἁμαρτὴς, and with the privative ˉνˉη νηαμαρτὴς, and by syncope and change of ˉα to ˉε νημερτὴς, one deprived of sinning. Νήπιοσ. foolish, senseless. from ηπιος with the pleonasm of ˉν νήπιος, the gentle and affable and one who does childish things. or from the privative ˉνˉη and εἰπεῖν, νηέπιος and by synaeresis νήπιος, one unable to speak. or νήβιος, one deprived of life. Νηπύτιοσ. foolish, senseless. from the privative ˉνˉη and πινυτὸν it becomes νηπινύτιος, and by syncope of the ˉι and the ˉν νηπύτιος. Νηρεύσ. the sea-demon. or a snail. from swimming and from swimming easily. Νηρίτησ. the sea snail. it is not from Νηρεύς; for it ought to be written with a diphthong, like ̓Αταρνεὺς, ̓Αταρνείτης. but the grammarian says it is from Νηρηῒς. Νηρίθμουσ. innumerable. Νῆστισ. unfed. or it is an intestine so called. like νησίτης, from being empty of foodnu.1398. for ˉνˉη is privative. νῆστις, and it is declined νήστιος, like οφιος, εχιος. the plural τοὺς νήστις with an iota. Νὴ τὸν θεόν. by God. Νήφων. a proper name. Νηφάλιοσ. the watchful. Νηφάλεοσ. the sober. Νηφαλισμόσ. attention. Νηφάλεοσ. watchful, discerning. fervent in spirit. The Apostle: sober, temperate, orderly. (Feminine.) Νηδύσ. the belly. from being heaped up, that is, being piled up and filled. Νῆεσ. ships. from νῆσαι, to pile up. Νηΐδεσ. the Nymphs. those who are in streams. from νάω, I flow. Νηνεμία. quiet, calm. Νηπεία καὶ νηπιέη. foolishness. Νηρῇδεσ. sea-demons. it has the iota, for from Νηρηΐδες, like Βρισηΐδες and Χρυσηΐδες, come Νηρῇδες, Καδμῇδες. Νηστεία. wasting of the body, and bruising. Νῆσσα. the duckling. as from δόξω δόξα, and αγω αξω and αμαξα, so also from νῶ, I swim, νῆσα and by reduplication of the same consonant νῆσσα. But Νίσσα is a place and a city, i. nu.1399 Νῆσισ. the spinning and the piling up. Νῆσοσ. from νῶ, I swim. the future νήσω. from it νῆσος is formed. Νήτη. the string of the lyre. Νητρία. a country. it is also written with an i. Νῆϋσ. the ship. with an eta. from νέω, I swim, νηῦς, with an ˉα ναῦς, among the Dorians. the poet therefore uses these forms: νηυσί; ναυσί; νέεσσι; νήεσσιν. the Aeolians νάεσσι. what then? does Homer not know the form ναυσί? yes; but in composition, ναυσίθοος, ναυσίκλυτος. (Neuter.) Νήκεστον. incurable. Hesiod: -but having perverted justice he was incurably harmed. that is, he was harmed. Νήϊον. ship-building timber. and a mountain near Ithaca. Νηγάτεον. newly made. Νηκτά. able to swim, living in water. Νηκερδέα. unprofitable. from the privative particle ˉνˉη. Νηλεὲς ημαρ. a harsh day. Νημερτέσ. true. Νῆμα. it is not from νήθω, νῆσμα and νῆμα, but it is the verb νῶ, which means νήθω. nu.1400 for to you she spins the threads of a high-flying spider. Νήριτον. the much. against which no one would contend on account of its multitude. Νήριτον is also the name of a mountain. Νήποινον. without penalty. Νήϋτμον. the speechless, that which is deprived of ἀϋτμή, that is, of voice. Νηφάλιον. the watchful. (Verb.) Νηήσας and νήσασ. instead of σωρεύσας. and νῆσαι. and νήει instead of ἐσώρευσε. Νήθω. I spin. Νηκούστησε. he disobeyed. Νηπιάζεται. he acts foolishly. Νήφει. he is watchful. but νείφει instead of βρέχει, a diphthong. but νίφει instead of χιονίζει, i, from which also νιφὰς and νιφετὸς, snow. Νήχεται. he swims.
300
παρὰ τὸ ˉνˉη ἐπιτατικὸν καὶ τὸ ἀλιτεῖν, τὸ ἁμαρτάνειν. τὸ ἀλιτεῖν διὰ τοῦ ἰῶτα γράφεται, τὸ δὲ νηλήτης διὰ τοῦ ητα, οτι αἰολικῶς ἐτράπη τὸ ˉι εἰς τὸ ˉη. ετεροι δὲ τοὺς ἀναμαρτήτους λέγουσιν, ἀπὸ τοῦ ˉνˉη στερητικοῦ καὶ τοῦ ἀλιτεῖν. Νηλεήσ. ὁ σκληρὸς, ὁ ἀπηνὴς, ὁ ἀνηλεής. ἀπὸ τοῦ ελεος γέγονε καὶ τοῦ ˉνˉη στερητικοῦ ἐπιῤῥήματος, οἱονεὶ ὁ ἐστερημένος τοῦ ἐλεεῖν. τὸ δὲ νηλὴς ἀπὸ τοῦ νηλεὴς γέγονε κατὰ κρᾶσιν. nu.1397 ἀπὸ τοῦ λῶ, τὸ θέλω, καὶ τοῦ ˉνˉη στερητικοῦ, οἱονεὶ ὁ μὴ θέλων ειναι ἐλεήμων, ἀλλὰ ἀκαμπὴς καὶ σκληρός. Νήλιποσ. ἀνυπόδετος η μονοχίτων. κατὰ στέρησιν τοῦ ˉνˉη, ωσπερ νηνεμία. τὸ δὲ νήλιποι, οἱ ἀνυπόδετοι, συνῄρηται ἀπὸ τοῦ νηλίποδος. Νημερτήσ. ὁ ἀληθής. παρὰ τὸ ἁμαρτῶ ἁμαρτὴς, καὶ μετὰ τοῦ ˉνˉη στερητικοῦ νηαμαρτὴς, καὶ συγκοπῇ καὶ τροπῇ τοῦ ˉα εἰς ˉε νημερτὴς, ὁ ἐστερημένος τοῦ ἁμαρτάνειν. Νήπιοσ. αφρων, ἀνόητος. παρὰ τὸ ηπιος πλεονασμῷ τοῦ ˉν νήπιος, ὁ πρᾷος καὶ προσηνὴς καὶ νήπια ποιῶν. η παρὰ τὸ ˉνˉη στερητικὸν καὶ τὸ εἰπεῖν, νηέπιος καὶ κατὰ συναίρεσιν νήπιος, ὁ μὴ δυνάμενος λέγειν. η νήβιος, ὁ ἐστερημένος τοῦ βίου. Νηπύτιοσ. αφρων, ἀνόητος. παρὰ τὸ ˉνˉη στερητικὸν καὶ τὸ πινυτὸν γέγονε νηπινύτιος, καὶ συγκοπῇ τοῦ ˉι καὶ τοῦ ˉν νηπύτιος. Νηρεύσ. ὁ θαλάσσιος δαίμων. η κοχλίας. ἀπὸ τῆς νήξεως καὶ τοῦ ῥαδίως νεῖν. Νηρίτησ. ὁ θαλάσσιος κοχλίας. οὐκ εστι δὲ παρὰ τὸ Νηρεύς· ωφειλε γὰρ γράφεσθαι διὰ διφθόγγου, ὡς ̓Αταρνεὺς, ̓Αταρνείτης. ὁ δὲ τεχνικὸς λέγει, ἀπὸ τοῦ Νηρηῒς ἐστί. Νηρίθμουσ. ἀναριθμήτους. Νῆστισ. αγευστος. η εντερόν ἐστιν ουτω λεγόμενον. οιον νησίτης, παρὰ τὸ κενὸν ειναι σιnu.1398 τίων. τὸ γὰρ ˉνˉη στερητικόν ἐστι. νῆστις, καὶ κλίνεται νήστιος, ὡς οφιος, εχιος. τὸ πληθυντικὸν τοὺς νήστις διὰ τοῦ ἰῶτα. Νὴ τὸν θεόν. μὰ τὸν θεόν. Νήφων. κύριον. Νηφάλιοσ. ὁ γρήγορος. Νηφάλεοσ. ὁ σώφρων. Νηφαλισμόσ. ἡ προσοχή. Νηφάλεοσ. αγρυπνος, διορατικός. ζέων τῷ πνεύματι. ὁ ̓Απόστολος· νηφάλεον, σώφρονα, κόσμιον. (Θηλυκόν.) Νηδύσ. ἡ γαστήρ. ἀπὸ τοῦ διανενῆσθαι, ο ἐστι σεσωρεῦσθαι καὶ πεπληρῶσθαι. Νῆεσ. πλοῖα. ἀπὸ τοῦ νῆσαι, τὸ σωρεῦσαι. Νηΐδεσ. αἱ Νύμφαι. αἱ ἐν νάμασιν ουσαι. παρὰ τὸ νάω, τὸ ῥέω. Νηνεμία. ἡσυχία, γαλήνη. Νηπεία καὶ νηπιέη. ἡ ἀφροσύνη. Νηρῇδεσ. θαλάσσιοι δαίμονες. εχει τὸ ἰῶτα, ἀπὸ γὰρ τοῦ Νηρηΐδες, ὡς Βρισηΐδες καὶ Χρυσηΐδες, Νηρῇδες, Καδμῇδες. Νηστεία. τῆξις σώματος, καὶ ὑπωπιασμός. Νῆσσα. τὸ νησσάριον. ὡς παρὰ τὸ δόξω δόξα, καὶ αγω αξω καὶ αμαξα, ουτως καὶ παρὰ τὸ νῶ, τὸ κολυμβῶ, νῆσα καὶ ἀναδιπλασιασμῷ τοῦ αὐτοῦ συμφώνου νῆσσα. Νίσσα δὲ τόπος καὶ πόλις, ι. nu.1399 Νῆσισ. ἡ κλῶσις καὶ ἡ σώρευσις. Νῆσοσ. παρὰ τὸ νῶ, τὸ κολυμβῶ. ὁ μέλλων νήσω. ἐξ αὐτοῦ γέγονε νῆσος. Νήτη. ἡ τῆς λύρας χορδή. Νητρία. χώρα. γράφεται καὶ διὰ τοῦ ι. Νῆϋσ. ἡ ναῦς. διὰ τοῦ ητα. παρὰ τὸ νέω, τὸ νήχω, νηῦς, διὰ τοῦ ˉα ναῦς, παρὰ ∆ωριεῦσι. χρῆται ουν ὁ ποιητὴς ταύταις ταῖς φωναῖς· νηυσί· ναυσί· νέεσσι· νήεσσιν. οἱ Αἰολεῖς νάεσσι. τί ουν; Ομηρος οὐκ οιδε τὴν ναυσὶ φωνήν; ναί· ἀλλ' ἐν συνθέσει, ναυσίθοος, ναυσίκλυτος. (Οὐδέτερον.) Νήκεστον. ἀθεράπευτον. ̔Ησίοδος· -ἐν δὲ δίκην βλάψας νήκεστον ἀάσθη. ο ἐστιν ἐβλάβη. Νήϊον. ξύλον ναυπηγήσιμον. καὶ ορος πλησίον ̓Ιθάκης. Νηγάτεον. νεωστὶ κατεσκευασμένον. Νηκτά. κολυμβητὰ, ενυδρα. Νηκερδέα. ἀνωφελῆ. ἀπὸ τοῦ ˉνˉη στερητικοῦ μορίου. Νηλεὲς ημαρ. σκληρὰ ἡμέρα. Νημερτέσ. ἀληθές. Νῆμα. οὐκ εστιν ἀπὸ τοῦ νήθω, νῆσμα καὶ νῆμα, ἀλλ' εστι νῶ ῥῆμα, οπερ σημαίνει τὸ νήθω. nu.1400 τῇ γάρ τοι νεῖ νήματ' ἀερσιπότητος ἀράχνης. Νήριτον. τὸ πολύ. πρὸς ο οὐδεὶς φιλονεικήσειε διὰ τὸ πλῆθος. Νήριτον καὶ ονομα ορους. Νήποινον. χωρὶς ποινῆς. Νήϋτμον. τὸ αφωνον, τὸ ἐστερημένον ἀϋτμῆς, ο ἐστι φωνῆς. Νηφάλιον. τὸ γρήγορον. ( ̔Ρῆμα.) Νηήσας καὶ νήσασ. ἀντὶ τοῦ σωρεύσας. καὶ νῆσαι. καὶ νήει ἀντὶ τοῦ ἐσώρευσε. Νήθω. τὸ κλώθω. Νηκούστησε. παρήκουσε. Νηπιάζεται. μωραίνεται. Νήφει. γρηγορεῖ. νείφει δὲ ἀντὶ τοῦ βρέχει, δίφθογγον. νίφει δὲ ἀντὶ τοῦ χιονίζει, ι, ἐξ ου καὶ νιφὰς καὶ νιφετὸς, ἡ χιών. Νήχεται. κολυμβᾷ.